stefanos oikonomou
stefanos oikonomou
ΟΔΗΓΟΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ FRANCHISEES – ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΝΟΜΕΩΝ
Το δικηγορικό μας γραφείο Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες. με την τεράστια εμπειρία του στο εμπορικό δίκαιο, εκπόνησε αυτόν τον ΟΔΗΓΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ FRANCHISEES – ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΕΩΝ με σκοπό να τους υποστηρίξει νομικά στο να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους και τους κόπους τους.
Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
Από την παραγωγή ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας μέχρι αυτή να φθάσει στον τελικό καταναλωτή μεσολαβούν τις περισσότερες φορές πολλά στάδια και άλλοι έμποροι. Παρά την ραγδαία εξάπλωση της ηλεκτρονικής πώλησης αγαθών και υπηρεσιών που πολλές φορές επιτρέπει την κατευθείαν πώληση από τον αρχικό παραγωγό στον τελικό καταναλωτή, ο ρόλος των ενδιάμεσων στην διανομή των προϊόντων και υπηρεσιών παραμένει καθοριστικός για την επιτυχία κάθε συστήματος διανομής. Ακόμα και η ηλεκτρονική πώληση πολλές φορές γίνεται μέσων ενδιάμεσων ή ανατίθεται κατά επάγγελμα σε εταιρίες που ασχολούνται με αυτό το αντικείμενο όπως τα γνωστά σε όλους μας call centers ή ειδικές διαφημιστικές ιστοσελίδες.
Τα περισσότερο γνωστά συστήματα διανομής προϊόντων και υπηρεσιών είναι αυτή κάθε αυτή η εμπορική διανομή που διακρίνεται σε αποκλειστική ή μη, η εμπορική αντιπροσωπία και το franchise ή δικαιόχρηση.
Και το καλύτερο προϊόν ή η καλύτερη υπηρεσία δεν θα έχει την επιτυχία που αξίζει αν αυτός που το προωθεί, δεν το προωθήσει σωστά και δεν δώσει όλες τις δυνάμεις του σε αυτή την πρoώθηση.
Πολλές φορές όμως η τεράστια αυτή προσφορά των διανομέων παραγνωρίζεται από την μεριά των παραγωγών οι οποίοι προσπαθούν να τους εκμεταλλευτούν.
Ειδικά στην Ελλάδα η τεράστια διαφορά σε οικονομική δύναμη και η εξάρτηση των διανομέων και των franchisees από τους παραγωγούς κάνει τους τελευταίους θύματα με αποτέλεσμα να εργάζονται επί πάρα πολλά χρόνια για την προώθηση των προϊόντων του παραγωγού και μετά αυτός να τους εγκαταλείπει και να προσπαθεί να βρει φθηνότερο τρόπο διανομής των προϊόντων του, ξεχνώντας ότι η αναγνώριση των προϊόντων τους και η καθιέρωση στην αγορά οφείλονται κατά ένα μεγάλο μέρος στον διανομέα, εμπορικό αντιπρόσωπο ή franchisee.
Φυσικά, οι συμβουλές αυτού του οδηγού δεν μπορoύν να αντικαταστήσουν τις νομικές συμβουλές ενός έμπειρου δικηγόρου εξειδικευμένου στο εμπορικό δίκαιο και ειδικότερα στο franchise και τη διανομή αλλά μπορεί να γνωρίσει στον franchisee τα δικαιώματά του και να τον καθοδηγήσει αρχικά.
Ας αρχίσουμε με τις διαφορές μεταξύ αυτών των μορφών συνεργασίας:
Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
Όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία ( 674/2021 ΑΠ ), η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι μία διαρκής σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς, σε ορισμένη περιοχή, στον άλλο συμβαλλόμενο (διανομέα) τα εμπορεύματα, που έχουν συμφωνηθεί, σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος (διανομέας) μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή, ενεργεί, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας αναλαμβάνει πολλές υποχρεώσεις έναντι του παραγωγού. Οι πιο συνηθισμένες υποχρεώσεις είναι:
- υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού, ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων,
- να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων,
- να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού,
- να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας, με δικά του έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, εξάλλου, έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές, με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών των πωλούμενων προϊόντων.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα, μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα, ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.
Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ/τος 219/1991 “περί εμπορικών αντιπροσώπων”, ως εμπορικός αντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου.
Δηλαδή, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης, στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου.
Συνάγεται, επομένως, ότι η τυπολογική μορφή, αλλά και η οικονομική λειτουργία της σύμβασης εμπορικής διανομής είναι διαφορετικές από αυτές της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού στη σύμβαση διανομής, η διανομή των προϊόντων ανήκει στο διανομέα και όχι στον παραγωγό, ενώ στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, τόσον η παραγωγή όσον και η διανομή των προϊόντων ανήκει στον παραγωγό, η δε δραστηριότητα του αντιπροσώπου έγκειται στη δημιουργία συμβατικής σχέσης μεταξύ του παραγωγού – πωλητή των προϊόντων και του αγοραστή.
Οι υποχρεώσεις των εμπορικών αντιπροσώπων, όπως απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991 είναι κυρίως οι εξής:
α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι, μάλιστα, στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
ΣΥΜΒΑΣΗ FRANCHISE ( ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ )
Όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του εμπορικού δικαίου ( 483/2021 ΑΠ ) σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που, από άποψη οικονομικής λειτουργίας, συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγομένου “συνόλου” ή “πακέτου” franchise, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.
Οι υποχρεώσεις του δικαιοπάροχου προς τον δικαιοδόχο:
Η σύμβαση franchise – δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του “πακέτου”, του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα, με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσής του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ` όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη.
Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλεια τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε, η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου, να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του.
Οι Υποχρεώσεις του franchisee
O δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη, ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος, τα συμβατικά προϊόντα.
Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης (ΑΠ 123/2017). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο “ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη”, αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1801/2011).
ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISE ΜΕ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Όταν υπάρχει σύμβαση franchise ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σε αυτή τη σύμβαση, ο σπουδαίος λόγος είναι αναγκαία, κατ` αρχήν, προϋπόθεση για να επέλθουν οι συνέπειες της καταγγελίες, οι οποίες διαφορετικά δεν επέρχονται (ΑΠ 1042/2009). Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί σε κάθε περίπτωση την έκτακτη καταγγελία σύμβασης franchise ορισμένου χρόνου, αποτελεί, κατ` αρχήν, η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος, αλλά και η παράβαση της, ως άνω, γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω σύμβασης, υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου.
Επίσης, σπουδαίος λόγος, υπάρχει, και όταν, από τις περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης, καθίσταται, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, επαχθής και μη ανεκτή, είτε για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, η συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης από αυτή τη διαρκή ενοχική σχέση. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 441/2000), ή όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015).
Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία, αφορούν, συνήθως, στον αποδέκτη αυτής. Δεν αποκλείεται, όμως, να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Κατά την ανωτέρω έννοια, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δηλαδή δεν απαιτείται κατ` αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι ο ίδιος υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι, επίσης, γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα αυτά άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αντλήσει ωφελήματα από δική του παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 1836/2007).
Γενικότερα, είναι αδιάφορη η προέλευση των περιστατικών που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τα οποία μπορεί, έτσι, να ανήκουν στη σφαίρα εξουσίας οποιουδήποτε των μερών, ενώ μπορεί να είναι ακόμη και μεμονωμένα ή τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία (ΑΠ 688/2007). Για την αξιολόγηση του λόγου καταγγελίας ως σπουδαίου, συνεκτιμώνται όλες οι κρίσιμες συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 29/2010). Στο πλαίσιο αυτό, σπουδαίο λόγο καταγγελίας ενδέχεται να αποτελεί και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 359/2010) ή και η μερική μόνον εκπλήρωση από τον έναν των συμβαλλομένων της παροχής που τον βαρύνει, όταν το γεγονός αυτό δημιουργεί στον άλλο συμβαλλόμενο εύλογο φόβο ότι αυτό θα συνεχισθεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του (ΑΠ 168/2007).
Καταγγελία της σύμβασης franchise ορισμένου χρόνου, που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου, που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος είτε αναληθής, είναι άκυρη (ΑΠ 112/2004, ΑΠ 1701/1998) και γι` αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της διαρκούς σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που προέβη στην καταγγελία καθίσταται υπερήμερος δανειστής ως προς την προσφερόμενη παροχή του άλλου και οφείλει τη δική του παροχή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι σπουδαίοι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, μπορούν να αποδίδονται σε υπαιτιότητα ενός των συμβαλλόμενων, αλλά μπορούν να είναι και ανυπαίτιοι. Στην τελευταία περίπτωση, παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας, όταν, συνεπεία αυτών των ανυπαίτιων λόγων, η συνέχιση της σύμβασης αντίκειται προφανώς στα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντα του καταγγέλλοντος και καθίσταται μη ανεκτή. Έτσι, η μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων που διέπουν τη σύμβαση, και η διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σε βάρος κάποιου από αυτούς, χωρίς να ανάγονται υποχρεωτικά στη σφαίρα επιρροής του καθ` ου η καταγγελία, λαμβάνεται υπόψη κατά το μέτρο που οι όροι αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν ή να αξιωθεί η εκπλήρωσή τους, από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, βάσει των αρχών της καλής πίστης.
Οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από τη λύση της σύμβασης franchise, διαφοροποιούνται ανάλογα με τους λόγους που θεμελιώνουν το δικαίωμα καταγγελίας. Αν πρόκειται για περίπτωση έκτακτης καταγγελίας για ανυπαίτιο σπουδαίο λόγο, τότε, το αντικείμενο των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μετά τη λύση της ενοχικής σχέσης, συνίσταται, κυρίως, στην απόδοση των πραγμάτων, στην παύση της χρήσης των δικαιωμάτων και των άλλων ωφελειών, που κατά τη διάρκεια της σύμβασης είχαν παραχωρηθεί από τον ένα αντισυμβαλλόμενο στον άλλο για χρήση και εκμετάλλευση. Αντίθετα, η προβολή αξίωσης αποζημίωσης δεν είναι δυνατή.
Στην περίπτωση της έκτακτης καταγγελίας, οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους, μπορεί από τη σύμβαση franchise να απορρέουν αξιώσεις αποζημίωσης υπέρ του καταγγείλαντος. Οι αξιώσεις αυτές, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της σύμβασης (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015).
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΠΕΛΑΤΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία. Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ. ΑΠ 16/2013)
Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΘΕΣΗΣ
Η διαφορά δύναμης μεταξύ του δικαιοπάροχου και του δικαιοδόχου είναι προφανής. Ο franchisee – δικαιοδόχος είναι συνήθως ένας μικροεπιχειρηματίας ενώ ο δικαιοπάροχος – franchisor είναι μία μεγάλη εταιρεία.
Ο νόμος όμως θέτει όρια στο πως οι μεγάλες εταιρείες συμπεριφέρονται προς τους συνεργάτες τους.
Συγκεκριμένα, όπως γίνεται δεκτό και από τις αποφάσεις των δικαστηρίων ( 167/2022 ΜΠΡ ΠΑΤΡ) στο άρθρο 18α παρ. 1 του Ν. 146/1914 που προστέθηκε με το άρθρ. 22 παρ. 1 του Ν.3784/2009, ορίζονται τα ακόλουθα:
- Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.
Οποιοσδήποτε έχει συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου». Παρόμοιο περιεχόμενο με αυτό της ανωτέρω διάταξης είχε το άρθρο 2α του Ν. 703/1977 (το όποιο έχει καταργηθεί με το άρθρο 1 του Ν 3784/2009) και ως εκ τούτου ως προς την ερμηνεία του άρθρου 18α του Ν. 146/1914 ισχύουν όσα είχαν κριθεί νομολογιακά σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2α του Ν. 703/1977.
Παρέπεται ότι η παράβαση των παραπάνω άρθρων συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 AΚ κατά τρόπο, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 403/2016, ΑΠ 1522/2013, ΑΠ 1664/2014, ΕφΠειρ 368/2016, ΕφΑθ 288/2015, ΕφΑθ 6197/2011).
Για την υπαγωγή στην απαγόρευση του αρ. 2α του Ν. 703/1977 και ήδη 18α Ν. 146/1914 με την έννοια της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, θα πρέπει: 1) να υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις, από τις οποίες προμηθεύεται ή τις οποίες προμηθεύει ακόμη και με ένα ορισμένο είδος προϊόντων, 2) η επιχείρηση αυτή να μη διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή αν μπορεί, όχι με τους ίδιους, αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητα της να αντεπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της και 3) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, με μέσα και πρακτικές όπως στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΕφΑΘ 676/2009 ΕΕμπΔ 2010, 5.83, ΕφΑΘ 1572/2006 ΔΕΕ 2006, 760).
Περαιτέρω, η διακριτική μεταχείριση, εκτός από τη μορφή της άρνησης πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, που αναφέρονται ενδεικτικά στα παραπάνω άρθρα, μπορεί να αφορά και στις παραδιδόμενες ποσότητες των προϊόντων και γενικά τις υπόλοιπες συνθήκες συναλλαγών, οι οποίες επηρεάζουν την ανταγωνιστική ικανότητα των επιχειρήσεων (ΕφΑΘ 1572/ 2006).
Oι προπαρατιθέμενες διατάξεις του αρ. 2 του Ν. 703/1977 καί η αντίστοιχη του αρ. 82 της ΣυνθΕΚ δεν απαγορεύουν την κατοχή ή την απόκτηση δεσπόζουσας θέσεως, αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευση της (ΑΠ 1554/2008 Αρμ. 2009, 680). Η άρνηση πώλησης (αρ. 2 ν. 703/1977 και 82 ΣυνθΕΚ), έστω και αν είναι απόλυτη και ολοσχερής, δεν κρίνεται ως καταχρηστική per se, αλλά η καταχρηστικότητά της συνάγεται μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας. Επομένως, αν συντρέχουν αντικειμενικά περιστατικά που να δικαιολογούν μία τέτοια άρνηση πωλήσεως, δεν υπάρχει κατάχρηση, ακόμη και αν εκ πρώτης όψεως αυτή φαίνεται ως καταχρηστική, λαμβάνοντας υπόψη ότι το δίκαιο του ανταγωνισμού προστατεύει τον ανταγωνισμό ως λειτουργία.
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο δικαιοπάροχος έχει το δικαίωμα να θέτει μονομερώς στόχους αρκεί αυτοί να είναι εύλογοι και να είναι δυνατόν να επιτευχθούν εφόσον ο franchisee επιδεικνύει την δέουσα επιμέλεια.
Όταν οι στόχοι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν παρά το ότι ο συνεργάτης επιδεικνύει την δέουσα επιμέλεια τότε οι στόχοι θα θεωρηθούν ως παράνομοι.
Η εμπορική πολιτική πρέπει να διασφαλίζει ότι ο συνεργάτης – franchisee θα έχει ένα εύλογο ποσοστό κέρδους από την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής.
Αν η εμπορική πολιτική δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις τότε μπορεί να ακυρωθεί.

