ΠΡΑΤΗΡΙΑ ΒΕΝΖΙΝΗΣ-ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΗ

Νόμιμη η καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής (πετρελαιοειδών καυσίμων) από τον πρατηριούχο λόγω των ακριβών τιμών πώλησης των καυσίμων από την εταιρία σε αυτον.

Η συγκεκριμένη υπόθεση που έκρινε το Εφετείο αφορούσε σύμβαση ορισμένου χρόνου, που συνάπτει εταιρία πωλήσεως πετρελαιοειδών και λοιπών συναφών προϊόντων καυσίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 15, 17, 18, 20 του π.δ. 1224/1981, όπως ισχύει (β.δ. 405/1970, για τα εκτός σχεδίου πόλεως πρατήρια) και τον ν. 1571/1985, με την οποία η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα προμηθεύει στον δεύτερο, ως μεταπωλητή, είναι ως προς την κύρια μορφή της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ΄με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΕΕΠ Γ.Μ. και Σια» και του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ορισμένου χρόνου, με διάρκεια από 5.2.1998 έως 31.12.2005, με την οποία η άνω εταιρία εμπορίαςπετρελαιοειδών ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει τον τελευταίο, ο οποίος διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στη Φτελιά Δράμας, με προϊόντα της εμπορίας της.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εφόσον ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με τους όρους αυτής (ήτοι της κυρίας συμβάσεως και των παραρτημάτων της), είχε την υποχρέωση να προμηθεύεται, να διατηρεί προς μεταπώληση, έχοντας πάντοτε επαρκή αποθέματα στο πρατήριο του, και να εμπορεύεταιι υγρά καύσιμα (βενζίνες, πετρέλαιο), λιπαντικά και άλλα συναφή προϊόντα αποκλειστικά από την εταιρία «Μ.» και όχι από τρίτους. Η μεταπώληση των προϊόντων της προμηθεύτριας εταιρίας θα γινόταν από τον εφεσίβλητο σε πελάτες του, στο όνομα και για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, δηλαδή θα ενεργούσε αυτός ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας.

Για την ευόδωση των σκοπών της σύμβασης αυτής, την προώθηση των πωλήσεων του εφεσίβλητου και την απρόσκοπτη λειτουργία του πρατηρίου του, η άνω εταιρία ήταν υποχρεωμένη να εφοδιάζει εγκαίρως και ανελλιπώς το πρατήριο του με καύσιμα και λιπαντικά προελεύσεως της, καθώς και να του παραδώσει, υπό μορφή χρησιδανείου, τα κινητά πράγματα που απαιτούντο για τον τεχνικό εξοπλισμό του πρατηρίου, όπως το σήμα της (εταιρίας), τρεις μονές ηλεκτρονικές αντλίες, μία μονή μηχανική αντλία, το σήμα τιμών κ.λπ., ενώ επίσης θα έπρεπε αυτή να διαμορφώσει και εξωραΐσει το πρατήριο του εφεσίβλητου.

 Ο τελευταίος συνεργάσθηκε απρόσκοπτα με την άνω εταιρία έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2000, έχοντας αποκτήσει ένα σταθερό κύκλο πελατών, στους οποίους κατάφερε να προωθήσει τα καύσιμα και λιπαντικά της, για το λόγο ότι αυτά ήταν καλής ποιότητας και φθηνότερα σε κάποιο βαθμό από τα αντίστοιχα προϊόντα άλλων εταιριών. Ωστόσο, ο εφεσίβλητος δεν είχε λάβει από την εταιρία «Μ.» κάποιο οικονομικό ή άλλης φύσεως αντάλλαγμα (όπως συνέβαινε με άλλες εταιρίες), πλην μιας εμπορευματικής πίστωσης 4.000.000 δραχμών με την έναρξη της συνεργασίας τους, ενώ η προμηθεύτρια του δεν προέβη στη συμφωνηθείσα εγκατάσταση σύγχρονου εξοπλισμού στο πρατήριο, καθόσον τοποθέτησε μόνο τρεις αντλίες παλαιάς τεχνολογίας, χωρίς να προβεί σε εγκατάσταση στεγάστρων και γενικά σε ευπρεπισμό του πρατηρίου του.

Την 1.12.2000 η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, εδρεύουσα στην Αθήνα, ανώνυμη εταιρία με την νέα επωνυμία «… ΑΒΕΕ Πετρελαιοειδών», συγχωνεύθηκε δι` απορροφήσεως με την εταιρία «Μ.» και έτσι, ως καθολική διάδοχος της τελευταίας, υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως σε όλα γενικώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, υπεισήλθε δε και στην επίδικη σύμβαση που είχε καταρτίσει η δικαικοπάροχός της με τον εφεσίβλητο, σύμφωνα και με το 17ο
άρθρο της άνω κυρίας συμβάσεως. Oμως, όσον αφορά τη συνεργασία με τη νέα προμηθεύτρια του, η κατάσταση για τον εφεσίβλητο δυσχεράνθηκε ακόμη περισσότερο και τα ήδη υφιστάμενα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την εταιρία «Μ.» διογκώθηκαν. Σταδιακά, οι τιμές πωλήσεως των καυσίμων από την εκκαλούσα αυξάνονταν, ενώ περί τα μέσα του έτους 2001 τα αποθέματα των λιπαντικών «Μ.», που ο εφεσίβλητος διατηρούσε στο πρατήριο του λόγω των άνω συμβατικών του υποχρεώσεων, και τα οποία επί σειρά ετών διέθετε στην πελατεία του, άρχισαν
να εξαντλούνται με συνέπεια την απώλεια πελατών, καθόσον η εκκαλούσα προωθούσε πλέον προς πώληση τα δικά της προϊόντα, τα οποία ήταν ακριβότερα από τα είδη της εταιρίας «Μ.». Παράλληλα, η εκκαλούσα συχνά καθυστερούσε να εφοδιάζει το πρατήριο του εκκαλούντος με καύσιμα λόγω διακοπής της συνεργασίας της με παλαιούς οδηγούς ΔΧ οχημάτων, ενώ άλλες φορές παρέδιδε σε αυτόν μικρότερες ποσότητες από αυτές που είχε παραγγείλει, με συνέπεια να
αδυνατεί ο εφεσίβλητος να ανταποκριθεί πλήρως στις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι πελατών του και, μάλιστα, σε περιόδους αυξημένης ζήτησης προϊόντων πετρελαίου,…. Κυρίως, όμως, ο εφεσίβλητος απώλεσε σημαντικό αριθμό πελατών του που ήταν κατα βάση αγρότες, εξαιτίας των υψηλών τιμών χρέωσης των καυσίμων από την εκκαλούσα, δεδομένου ότι έφθασε στο σημείο να πωλεί καύσιμα κατά 27 δραχμές ακριβότερα από τρία γειτονικά ανταγωνιστικά του πρατήρια, τα οποία συνεργάζονταν με πολυεθνικές εταιρίες (ΒΡ, SHELL, DRACOIL). Ο εφεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε πολλές φορές προς τους εκπρόσωπος και αρμοδίους υπαλλήλους της εκκαλούσας για τη δυσμενή θέση στην οποία περιήλθε λόγω των άνω προβλημάτων και, ιδίως, της τιμολογιακής πρακτικής της, αναμένοντας επί μακρόν μία καλύτερη αντιμετώπιση από την πλευρά της αντιδίκου του. Η εκκαλούσα προέβη μεν, κατά τους τελευταίους μήνες της συνεργασίας τους, σε εκπτώσεις προς αυτόν, ωστόσο και αυτές ουσιαστικά ισοσκελίζονταν από τις ιδιαίτερα υψηλές (αρχικές) τιμές πωλήσεως, με αποτέλεσμα να μη δύναται και πάλι ο εφεσίβλητος να καταστεί ανταγωνιστικός στην περιοχή του.

   Περαιτέρω, ο τελευταίος ζητούσε από την εκκαλούσα να προβεί στις συμφωνηθείσες εργασίες εξωραϊσμού του πρατηρίου του, τις οποίες, όπως έχει εκτεθεί, ούτε η εταιρία «Μ.» διενήργησε. Όμως, η εκκαλούσα, δια των αρμοδίων οργάνων της, δεν επέδειξε ενδιαφέρον και δεν ανταποκρίθηκε στις επανειλημμένες διαμαρτυρίες του, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της, οι
οποίοι πάντως δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο,…. Η εκκαλούσα, εν τέλει, όταν πληροφορήθηκε την διαπραγματευόμενη, τον Οκτώβριο του 2001, και μετά την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως συνεργασία του τελευταίου με άλλη εταιρία πετρελαιοειδών (KM OIL), προσφέρθηκε τότε να συνάψει νέα σύμβαση μαζί του, μικρότερης διάρκειας και με καλύτερους
οικονομικούς όρους γι` αυτόν (εφεσίβλητο), υποσχόμενη ότι θα προέβαινε και σε εργασίες ευπρεπισμού του πρατηρίου του…. Κατόπιν αυτών, μετά πάροδο οκτώ περίπου μηνών ματαίας αναμονής εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων από την πλευρά της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε περιέλθει σε κακή οικονομική κατάσταση, διατηρώντας για τους ανωτέρω λόγους ένα απαξιωμένο πρατήριο,…, και του οποίου (πρατηρίου) τη βιωσιμότητα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει, προέβη με την από 9.10.2001 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 18.10.2001, στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης…. Με βάση τα προεκτεθέντα, η ασκηθείσα από τον εφεσίβλητο καταγγελία πριν από τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου της συμβάσεως έλαβε χώρα για σπουδαίο λόγο, εφόσον δεν ήταν ανεκτή γι` αυτόν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της (ΑΠ 1466/1992 ΕλλΔνη 35. 405), όπως βασίμως επικαλέσθηκε ο τελευταίος, ήταν δε έγκυρη η καταγγελία (άρθρο 725 παρ. 1 ΑΚ) και επέφερε τη λύση της επίδικης συμβάσεως…. Κατόπιν των ανωτέρω, τα αυτά που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από τις ανωτέρω σκέψεις (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.